μετονομάζω


μετονομάζω
[мэтономазо] р. переименовывать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μετονομάζω" в других словарях:

  • μετονομάζω — μετονομάζω, μετονόμασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μετονομάζω — (ΑΜ μετονομάζω) αλλάζω το όνομα κάποιου, δίνω σε κάποιον ή σε κάτι άλλο όνομα …   Dictionary of Greek

  • μετονομάζω — μετονόμασα, μετονομάστηκα, μετονομασμένος, αλλάζω το όνομα κάποιου: Το θέατρο μετονομάστηκε από το νέο ιδιοκτήτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετονομάζῃ — μετονομάζω call by a new name pres subj mp 2nd sg μετονομάζω call by a new name pres ind mp 2nd sg μετονομάζω call by a new name pres subj act 3rd sg μετονομάζω call by a new name pres subj mp 2nd sg μετονομάζω call by a new name pres ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομάσω — μετονομάζω call by a new name aor subj act 1st sg μετονομάζω call by a new name fut ind act 1st sg μετονομάζω call by a new name aor subj act 1st sg μετονομάζω call by a new name fut ind act 1st sg μετονομάζω call by a new name aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομαζομένων — μετονομάζω call by a new name pres part mp fem gen pl μετονομάζω call by a new name pres part mp masc/neut gen pl μετονομάζω call by a new name pres part mp fem gen pl μετονομάζω call by a new name pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομασθέντα — μετονομάζω call by a new name aor part pass neut nom/voc/acc pl μετονομάζω call by a new name aor part pass masc acc sg μετονομάζω call by a new name aor part pass neut nom/voc/acc pl μετονομάζω call by a new name aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομασάντων — μετονομάζω call by a new name aor part act masc/neut gen pl μετονομάζω call by a new name aor imperat act 3rd pl μετονομάζω call by a new name aor part act masc/neut gen pl μετονομάζω call by a new name aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομάζει — μετονομάζω call by a new name pres ind mp 2nd sg μετονομάζω call by a new name pres ind act 3rd sg μετονομάζω call by a new name pres ind mp 2nd sg μετονομάζω call by a new name pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετονομάζουσι — μετονομάζω call by a new name pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μετονομάζω call by a new name pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) μετονομάζω call by a new name pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)